ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΕ
ΑΝΑΦΟΡΕΣ
Χριστιάννα Στυλιανίδου 20 • 07 • 2020

Υπόθεση Lautaru και Seed κατά Ελλάδας- Καταδίκη της Ελλάδας για παραβίαση των άρθρων 3 και 13 της ΕΣΔΑ

Χριστιάννα Στυλιανίδου
Υπόθεση Lautaru και Seed κατά Ελλάδας- Καταδίκη της Ελλάδας για παραβίαση των άρθρων 3 και 13 της ΕΣΔΑ
20 • 07 • 2020

Στην υπόθεση Lautaru και Seed κατά Ελλάδας το ΕΔΔΑ καταδίκασε την Ελλάδα για την παραβίαση των άρθρων 3 (απαγόρευση βασανιστηρίων) και 13 (δικαίωμα πραγματικής προσφυγής) της ΕΣΔΑ. Ειδικότερα, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι: α) οι προσφεύγοντες κρατήθηκαν σε συνθήκες που δεν συμβαδίζουν με το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ (υπερπληθυσμός φυλακής, γενική κατάσταση θαλάμου, ζητήματα καθαριότητας και φαγητού, απουσία δραστηριοτήτων εκτός του θαλάμου) και β) οι προσφεύγοντες δεν είχαν στη διάθεσή τους κάποιο πραγματικό και αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα  για να καταγγείλουν τις συνθήκες κράτησής τους. Πλέον των παραβιάσεων που διαπίστωσε το ΕΔΔΑ, προβληματισμούς για ένα κράτος δικαίου δημιουργούν και τα επιχειρήματα που χρησιμοποίησε στο πλαίσιο της ως άνω δίκης η ελληνική κυβέρνηση, κυρίως για το λόγο του ότι θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως μη θεμελιωμένη επίθεση στο κύρος των  υπερασπιστών των δικαιωμάτων.

Με το άρθρο 3 (Απαγόρευση των βασανιστηρίων) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφ’ εξής ΕΣΔΑ) αναγνωρίζεται το απόλυτο δικαίωμα να μην υποβάλλεται κάποιος σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση και με αυτόν τον τρόπο κατοχυρώνεται μία από τις θεμελιώδεις αξίες των δημοκρατικών κοινωνιών (για περισσότερες πληροφορίες για το άρθρο 3 δείτε 1, 2). Ακόμα, το άρθρο 13 (Δικαίωμα πραγματικής προσφυγής) αφενός καθιερώνει το δικαίωμα σε οποιονδήποτε παραβιάστηκε κάποιο δικαίωμα του από αυτά που αναγνωρίζονται στην ΕΣΔΑ να προσφύγει με τρόπο αποτελεσματικό ενώπιον των εθνικών αρχών και αφετέρου επιβάλλει στο κράτος την υποχρέωση να προβλέψει τα κατάλληλα ένδικα βοηθήματα και μέσα για το σκοπό αυτό (για περισσότερες πληροφορίες για το άρθρο 13 δείτε 1, 2).

Τον Ιούλιο του 2020 εκδόθηκε η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφ’ εξής ΕΔΔΑ) στην υπόθεση Lautaru και Seed κατά Ελλάδας (αρ. προσφυγής 29760/15), με την οποία αναγνωρίστηκε ότι η Ελλάδα παραβίασε στη συγκεκριμένη περίπτωση τα άρθρα 3 και 13 της ΕΣΔΑ. Δείτε την απόφαση όπως μεταφράστηκε στα ελληνικά από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους εδώ, όπως αναρτήθηκε στη βάση δεδομένων HUDOC εδώ και το δελτίο τύπου του ΕΔΔΑ για τη συγκεκριμένη υπόθεση εδώ

Η υπόθεση αφορά τις συνθήκες κράτησης των προσφευγόντων στις Φυλακές Μαλανδρίνου. Συγκεκριμένα ο πρώτος προσφεύγων κρατήθηκε στις Φυλακές Μαλανδρίνου από την 7η Ιανουαρίου 2014 έως την 19η Ιουνίου 2015 και διέμενε στο θάλαμο Ι του κεντρικού διαδρόμου.  Ο δεύτερος προσφεύγων κρατήθηκε στις Φυλακές Μαλανδρίνου από την 3η Μαΐου 2010 έως την 19η Ιουνίου 2018. Από την 20η Ιουνίου 2013  διέμενε στο θάλαμο Ι του κεντρικού διαδρόμου.

Οι προσφεύγοντες μεταξύ άλλων α) υποστήριξαν ότι κρατούντο συνολικά δεκαπέντε άτομα σε θάλαμο, του οποίου το μέγεθος ήταν μικρότερο από εικοσιπέντε τετραγωνικά μέτρα και στον οποίο υπήρχαν μόνο δέκα κρεβάτια με αποτέλεσμα πέντε κρατούμενοι (μεταξύ των οποίων και ο πρώτος προσφεύγων) να κοιμούνται σε στρώματα πάνω στο πάτωμα, β) διαμαρτυρήθηκαν για τις εν γένει ακατάλληλες συνθήκες υγιεινής, την έλλειψη θέρμανσης, την ποιότητα και ποσότητα των γευμάτων τους και την έλλειψη εκπαιδευτικών, ψυχαγωγικών ή αθλητικών δραστηριοτήτων.

Σημειώνεται ότι την 5 Μαΐου 2014, οι δύο προσφεύγοντες παραπονέθηκαν ενώπιον του εισαγγελέα – επόπτη των Φυλακών, μέσω αναφοράς, για τις συνθήκες της κράτησης (βλ. παρ. 14-15 απόφασης) ενώ τον Ιούνιο του 2014 και τον Ιούλιο του 2019, ο αρχιφύλακας της φυλακής απηύθυνε στον διευθυντή της φυλακής 2 αναφορές “σε απάντηση” των όσων καταγγέλθηκαν από τους προσφεύγοντες (βλ. παρ. 17-21).

Είναι σημαντικό, επίσης, να αναφερθεί πως κατά την επίσκεψη της στην Ελλάδα, τον Σεπτέμβριο του 2009, η  η Επιτροπή για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων και της Απάνθρωπης ή Ταπεινωτικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας (CPT) επισκέφθηκε τις Φυλακές Μαλανδρίνου. Στην έκθεσή της (με ημερομηνία 17 Νοεμβρίου 2010) σημείωνε ότι: α) η επίσημη χωρητικότητα της συγκεκριμένης φυλακής αυξήθηκε χωρίς, ωστόσο, αντίστοιχη βελτίωση των υποδομών ή αύξηση του αριθμού του προσωπικού, β) ενώ η φυλακή είχε ανοίξει μόλις το 2001, βρισκόταν ήδη σε κατάσταση κατάρρευσης και “βασίλευε «γενική ατμόσφαιρα εγκατάλειψης»” (βλ. παρ. 36-37 απόφασης ΕΔΔΑ). 

Επιπλέον, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι προσφεύγοντες δεν είχαν κάποιο πραγματικό ένδικο βοήθημα στη διάθεσή τους για να καταγγείλουν για τις συνθήκες κράτησής τους και ως εκ τούτου υπήρξε και του άρθρου 13 της ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με το Άρθρο 3.  

Παρά το γεγονός ότι το ΕΔΔΑ δεν έλαβε ουσιαστικά θέση επί του συγκεκριμένου ζητήματος, αξίζει τέλος, να αναφερθεί το εξής: Όπως αναφέρεται στο πλαίσιο της απόφασης, η κυβέρνηση υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη προσφυγή θα έπρεπε να απορριφθεί “ελλείψει ιδιότητος του θύματος των προσφευγόντων, επειδή αρνήθηκαν πρόταση μεταφοράς σε άλλο θάλαμο, όπου οι συνθήκες κράτησης ήταν πιο ευνοϊκές”. Προς απόδειξη του ισχυρισμού αυτού υπήρχαν και δύο υπεύθυνες δηλώσεις των προσφευγόντων (στα ελληνικά) στο πλαίσιο των οποίων δήλωναν ότι γνωρίζουν τις συνθήκες στο θάλαμο αλλά δεν θέλουν να μεταβούν σε άλλο θάλαμο, καθώς έχουν προβλήματα με άλλους κρατούμενους. Επίσης, κατά τα αναφερόμενα στην απόφαση η κυβέρνηση χρησιμοποιώντας τα όσα περιέχονται στην από 3-7-2009 αναφορά του αρχιφύλακα της φυλακής υποστήριξε ότι “όταν οι προσφεύγοντες υπέβαλαν προσφυγή στον εισαγγελέα – επόπτη, παραπονούμενοι για τις συνθήκες κράτησής τους, κλήθηκαν από τον αρχιφύλακα της φυλακής να του γνωστοποιήσουν, επίσης, τα παράπονά τους…. Όταν ο αρχιφύλακας τους διάβασε το περιεχόμενο της προσφυγής τους, εξέφρασαν την έκπληξη τους και απάντησαν ότι η εν λόγω προσφυγή συνετάγη από δικηγόρο και όχι από αυτούς. Διαβεβαίωσαν τον αρχιφύλακα ότι ήθελαν να παραμείνουν στο θάλαμο Ι και αρνήθηκαν την πρότασή του για να μεταφερθούν σε άλλο θάλαμο”. Σε απάντηση των ανωτέρω οι προσφεύγοντες υποστήριξαν ότι α) αυτοί έδωσαν την εντολή στην δικηγόρο τους (που γνώριζε και την ρουμάνικη γλώσσα) να συντάξει την προσφυγή προς τον εισαγγελέα, β) παρότι υπέγραψαν τις ανωτέρω αναφερθείσες υπεύθυνες δηλώσεις, αυτές συνετάγησαν από τον αρχιφύλακα της φυλακής, οι ίδιοι δεν γνωρίζουν την ελληνική γλώσσα, δεν τους ανέγνωσε κάποιος σε γλώσσα που να κατανοούσαν τις δηλώσεις αυτές και οι ίδιοι αναγκάστηκαν να τις υπογράψουν. Εν γένει δε, παραπονέθηκαν ότι η στάση αυτή των αρχών της φυλακής είχε σκοπό να τους εκφοβίσει και να τους αποτρέψει από την καταγγελία παραβιάσεων των δικαιωμάτων τους, κατάσταση που παραβιάζει και το δικαίωμά τους ατομικής προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο 34 της ΕΣΔΑ. 

Παρότι το ΕΔΔΑ περιορίστηκε στο να εξετάσει το ανωτέρω ζήτημα στο πλαίσιο του παραδεκτού της προσφυγής και στο να απορρίψει την σχετική ένσταση της κυβέρνησης (βλ. παρ. 39-45 και δη 43-44), η ως άνω “στάση” των σωφρονιστικών αρχών και η επίκληση των αντίστοιχων επιχειρημάτων από την κυβέρνηση δεν μπορεί παρά να δημιουργεί περισσότερους προβληματισμούς κατά τη γνώμη της γράφουσας. Ένα βασικό πρόβλημα που δημιουργείται στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι το ότι με τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν εκ μέρους της κυβέρνησης υπονοείται ότι όχι απλώς δεν συνέβαιναν τα όσα αναφέρονται στην προσφυγή, αλλά πως αυτά επιπροσθέτως επινοήθηκαν από έναν δικηγόρο. Οι δικηγόροι, όμως, ανήκουν στους υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (βλ. περισσότερα για την έννοια των υπερασπιστών των δικαιωμάτων σε 1) και η επίθεση στο κύρος και στο ήθος τους χωρίς στοιχεία αποτελεί από μόνη της ένα πλήγμα στο κράτος δικαίου.

Πού εντοπίζεται το πρόβλημα με το Κράτος Δικαίου;

Τα θεμελιώδη δικαιώματα που θα πρέπει να απολαμβάνει κάθε πολίτης κατοχυρώνονται μεταξύ άλλων από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Αποτελεί δε, πρωταρχική και αναντίρρητη υποχρέωση του κράτους το να σέβεται αυτά τα δικαιώματα.

Στη συγκεκριμένη, ωστόσο, περίπτωση, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε ότι τα δικαιώματα των προσφευγόντων παραβιάστηκαν, καθώς οι συνθήκες κράτησής τους συνιστούσαν απάνθρωπη ή απαξιωτική μεταχείριση ενώ ταυτόχρονα οι προσφεύγοντες δεν είχαν κάποιο πραγματικό ένδικο βοήθημα στη διάθεσή τους για να καταγγείλουν για τις συνθήκες κράτησής τους. 

Σημειώνεται παρενθετικά το ότι ορισμένοι από τους ισχυρισμούς που προέβαλε η κυβέρνηση (και δη το ότι την προσφυγή προς τον εισαγγελέα που περιείχε τα παράπονα για τις συνθήκες κράτησης δεν την συνέταξαν οι ίδιοι οι προσφεύγοντες αλλά δικηγόρος) δημιουργούν περαιτέρω προβληματισμούς σχετικά με το κατά πόσον οι χειρισμοί των σωφρονιστικών αρχών και τα αντίστοιχα επιχειρήματα της κυβέρνησης (τόσο στη συγκεκριμένη υπόθεση όσο και γενικά) συμβαδίζουν με τις αρχές και τα ιδεώδη ενός κράτους δικαίου.

Χριστιάννα Στυλιανίδου
Περισσοτερα
Αν έχεις εντοπίσει παραβίαση του Κράτους Δικαίου, κάνε κι εσύ αναφορά!
ΕΠΩΝΥΜΗ ΑΝΑΦΟΡΑ ΜΕΣΩ ΦΟΡΜΑΣ ΣΤΟ GOVWATCH
ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΝΑΦΟΡΑ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΕΡΓΑΛΕΙΟΥ GLOBALEAKS
Υποστήριξε το έργο του govwatch
ΚΑΝΕ ΔΩΡΕΑ