Στις 6 Μαΐου 2025 αστυνομικοί προέβησαν σε αναίτια επίθεση και άσκηση βίας κατά ασθενούς με διαβήτη στη Μύκονο, ο οποίος στη συνέχεια έπεσε θύμα και αυθαίρετης προσαγωγής στην Υποδιεύθυνση Αστυνομίας Μυκόνου, ενώ είχε υποστεί υπογλυκαιμικό σοκ και βρισκόταν σε ιατρικά επείγουσα κατάσταση (σχετικά δημοσιεύματα στον Τύπο: 1, 2, 3, 4, 5). Το θύμα του συμβάντος, ο 45χρονος Ανδρέας Γρυπάρης, κατέθεσε μήνυση για τη συμπεριφορά των αστυνομικών στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Σύρου.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ του news247.gr, ενώ ο κ. Γρυπάρης βρισκόταν σε κρίσιμη κατάσταση εντός του οχήματός του, «τον είδαν οι αστυνομικοί και νόμιζαν ότι είχε κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών. Ο άνθρωπος δεν μπορούσε ούτε να μιλήσει, τον έβγαλαν με τη βία από το αυτοκίνητο και τον κλώτσησαν. Αυτός, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, προσπαθούσε να μιλήσει και να τους πει ότι δεν είναι καλά. Ωστόσο, οι αστυνομικοί δεν έδωσαν σημασία και συνέχισαν να τον τραβούν με τη βία». (Τα έντονα γράμματα ανήκουν στο πρωτότυπο.)
Σε δηλώσεις του προς τον τηλεοπτικό σταθμό Star ο κ. Γρυπάρης ανέφερε για το περιστατικό: «Είμαι διαβητικός. Όταν βγήκα από το πλοίο, κατάλαβα ότι παθαίνω γλυκαιμικό σοκ. Πήγα σε έναν χώρο 50-60 μέτρα από το λιμάνι όπου παρκάρουν τα αυτοκίνητα. Κάποια στιγμή έχασα για λίγο τις αισθήσεις μου. Με το που σηκώθηκα, είχαν έρθει οι αστυνομικοί δίπλα μου. Με ρωτούσαν “ποιος είσαι;”, “τι είσαι;”, και με έβγαλαν από το αυτοκίνητο. Όταν παθαίνω αυτό το σοκ, δεν μπορώ να μιλήσω, να περπατήσω ή να κινηθώ. Αλλά μπορώ πολύ καλά να δω και να σκεφτώ».
«Άκουσα να λένε ότι τηλεφώνησε ένας φίλος μου και τους ενημέρωσε ότι είμαι διαβητικός. Τότε μου έδωσαν ζάχαρη με λίγο νερό. Οι χειροπέδες μου αφαιρέθηκαν αμέσως μετά», αναφέρει λίγο αργότερα η μήνυση του κ. Γρυπάρη, η οποία σημειώνει επίσης πως «υπέστη κακοποιητική συμπεριφορά που οδήγησε σε εμφανή σημάδια βίας», κάτι το οποίο φαίνεται να προκύπτει και από την ιατρική έκθεση του Κέντρου Υγείας Μυκόνου, το οποίο κατέγραψε «οίδημα ράχης και ρινός, εκδορές στη γωνία του στόματος και στην οσφύ, εκχυμώσεις στον θώρακα και στους βραχίονες, ερυθρότητα στα πηχεοκαρπικά άκρα».
Η μήνυση του κ. Γρυπάρη καταγγέλλει πως παραβιάστηκαν βασικές διατάξεις τόσο του Ποινικού Κώδικα όσο και του Προεδρικού Διατάγματος (ΠΔ) 141/1991 (ΦΕΚ Α’ 58/30.04.1991) που ρυθμίζει τις αρμοδιότητες και τον τρόπο συμπεριφοράς των αστυνομικών οργάνων, καθώς «ουδέποτε στοιχειοθετήθηκε εις βάρος μου ποινικό αδίκημα» και «δεν υπήρξε κανένα στοιχείο που να δικαιολογεί την προσαγωγή μου», ενώ υπήρξε και «παράνομη κράτηση και χρήση υπέρμετρης βίας» που κατά τον ίδιο «μπορούσε να αποβεί ακόμη και μοιραία για τη ζωή μου, λόγω της ήδη επιβαρυμένης κατάστασής μου».
Ο κ. Γρυπάρης επισημαίνει σχετικά με το παράνομο της συμπεριφοράς των αστυνομικών ότι «η προσαγωγή μου έγινε κατά παράβαση του άρθρου 95 του Π.Δ. 141/1991, το οποίο προβλέπει ότι η Αστυνομία μπορεί να προσάγει κάποιον μόνο εφόσον υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι εμπλέκεται σε αξιόποινη πράξη. Εγώ ήμουν απλώς ένας άνθρωπος που λιποθύμησε στο τιμόνι λόγω του διαβήτη μου».
Στην ανακοίνωσή της η ΕΛΑΣ αρνήθηκε πως το προσωπικό της προχώρησε σε άσκηση υπέρμετρης βίας σε βάρος του καταγγέλλοντος, αναφέροντας αφενός ότι από τη θέση στάσης του οχήματός του «υπήρχε αυξημένος κίνδυνος πρόκλησης ατυχήματος με κίνδυνο για τη ζωή του ίδιου, των αστυνομικών και τυχόν περαστικών», αφετέρου ότι «οι αστυνομικοί, ενεργώντας με επαγγελματισμό και ψυχραιμία, προέβησαν στη δέσμευση και ασφαλή απομάκρυνσή του οδηγού από το όχημα, το οποίο επίσης μετακίνησαν από το σημείο».
Η ανακοίνωση της ΕΛΑΣ πρόσθεσε για τα επακόλουθα γεγονότα: «Ακολούθως το άτομο οδηγήθηκε στην ανωτέρω Υπηρεσία (σ.σ.: την Υποδιεύθυνση Αστυνομίας Μυκόνου), όπου, κατά την ολιγόλεπτη παραμονή του και μετά από επικοινωνία με συγγενικό του πρόσωπο, διαπιστώθηκε ότι πάσχει από συγκεκριμένο νόσημα. Για τον λόγο αυτό από τους αστυνομικούς κλήθηκε σταθμός του Ε.Κ.Α.Β., πλήρωμα του οποίου προσήλθε, παρέλαβε τον οδηγό και τον μετέφερε στο Κέντρο Υγείας Μυκόνου. Ως εκ τούτου, καθίσταται σαφές ότι οι αστυνομικοί ενήργησαν με αποκλειστικό γνώμονα την προστασία της ζωής του πολίτη και την αποτροπή ατυχήματος με δυνητικά τραγικές συνέπειες, ενώ κάθε αντίθετος ισχυρισμός δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα».
Σε ένα κράτος δικαίου η δράση και η λειτουργία των αστυνομικών Αρχών πρέπει να διέπεται από ορισμένες αρχές, όπως μεταξύ άλλων την αρχή της νομιμότητας, την αρχή της αναλογικότητας, την απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης της αστυνομικής εξουσίας, τον σεβασμό και την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Οι αρμοδιότητες των αστυνομικών Αρχών και η συμπεριφορά που πρέπει να επιδεικνύουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ρυθμίζονται μεταξύ άλλων από τα Π.Δ. 538/1989, 141/1991 και 254/2004. Παρότι η Αστυνομία έχει τη δυνατότητα να προβεί ακόμα και στην άσκηση βίας προκειμένου να επιβάλλει το νόμο και να προστατέψει τα ανθρώπινα δικαιώματα, αυτό δεν σημαίνει ότι οποιαδήποτε άσκηση προληπτικής ή κατασταλτικής βίας εκ μέρους της είναι νόμιμη.
Αντιθέτως, η αυθαίρετη χρήση της δυνατότητας άσκησης βίας και η καθ’ υπέρβαση των νόμιμων ορίων αστυνομική δράση αποτελούν ένα επικίνδυνο φαινόμενο για μία δημοκρατία. Λαμβανομένων υπόψη των παραπάνω, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι στην προκειμένη περίπτωση εγείρεται σοβαρό ζήτημα αναφορικά με την τήρηση του νομοθετικού πλαισίου για τη σύννομη λειτουργία των οργάνων της ΕΛΑΣ με σκοπό την αποφυγή άσκησης υπέρμετρης και αυθαίρετης βίας σε βάρος πολιτών, ζήτημα το οποίο πρέπει να διερευνηθεί από τις κρατικές Αρχές και τη Δικαιοσύνη.
Αριθμός Λογαριασμού: 1100 0232 0016 560
IBAN: GR56 0140 1100 1100 0232 0016 560
BIC: CRBAGRAA
![]()
Στον αγώνα μας για Λογοδοσία και Διαφάνεια, απέναντι σε οτιδήποτε υπονομεύει τις αρχές της Δημοκρατίας και του Κράτους Δικαίου.
Γιατί η Δημοκρατία δεν είναι αυτονόητη.
Είναι στο χέρι μας να μη στεκόμαστε απαθείς ή κυνικοί.
Δες πώς μπορείς να μας βοηθήσεις, εδώ!