Τον Φεβρουάριο του 2025 η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ), το ανεξάρτητο συμβουλευτικό όργανο του ελληνικού κράτους σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δημοσίευσε εκτενή έκθεση αναφορικά με την επιτόπια επίσκεψη και αυτοψία που πραγματοποίησε στην Ελεγχόμενη Δομή Προσωρινής Φιλοξενίας Αιτούντων Άσυλο της Ριτσώνας στις 23 Οκτωβρίου 2024, με σκοπό τη διερεύνηση των συνθηκών υποδοχής των αιτούντων και των αιτουσών διεθνή προστασία.
Στην έκθεσή της η ΕΕΔΑ παρέθεσε διαπιστώσεις και συστάσεις προς τις κρατικές αρχές «με σκοπό την πρόληψη πιθανών παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων», καθώς «η κατάσταση, όπως έκρινε η Επιτροπή, είναι σε ορισμένα πεδία ενδεικτική των ελλείψεων των συνθηκών διαβίωσης και των κινδύνων που αντιμετωπίζουν οι διαμένοντες/διαμένουσες». (Τα έντονα γράμματα, όπως και στα αποσπάσματα που ακολουθούν, ανήκουν στο πρωτότυπο.)
Πιο αναλυτικά, η ΕΕΔΑ διαπίστωσε για τη δομή της Ριτσώνας «απουσία επαρκούς σύνδεσης με τον αστικό ιστό και κρίσιμες υπηρεσίες», καθώς και «δυσανάλογο περιορισμό του δικαιώματος ελεύθερης μετακίνησης». Κι αυτό γιατί «η δομή απέχει 75 χλμ από το κέντρο της Αθήνας, ενώ η σημαντική απόσταση από υπηρεσίες, όπως νοσοκομεία, σχολεία, στάσεις συγκοινωνίας προς Χαλκίδα και προς Αθήνα κ.ά. υπογραμμίστηκε με πολλές ευκαιρίες κατά την επίσκεψη και από τα στελέχη και το προσωπικό της δομής».
«Η τοποθέτηση της δομής σε έναν χώρο μακριά από αστικό ιστό και χωρίς σταθερή και ασφαλή συγκοινωνιακή σύνδεση είναι λανθασμένη πρακτική και αποτελεί δυσανάλογο περιορισμό του δικαιώματος ελεύθερης μετακίνησης. Στην πράξη και εξαιτίας της απουσίας επαρκούς σύνδεσης της δομής με τον αστικό ιστό, το δικαίωμα ελευθερίας μετακίνησης και ελεύθερης εισόδου και εξόδου καθίσταται άνευ περιεχομένου για σημαντικό αριθμό, δηλαδή την πλειονότητα, των διαμενόντων», κατέληξε η έκθεση για το πώς η απομόνωση της δομής επηρεάζει την άσκηση των δικαιωμάτων που πρέπει να απολαμβάνουν οι αιτούντες και αιτούσες άσυλο.
Η ΕΕΔΑ τόνισε στα ευρήματά της και την «υποστελέχωση της δομής, δεδομένων των υπηρεσιών που οφείλουν οι αρχές να παρέχουν και των αναγκών των διαμενόντων ατόμων, ειδικά με το πλαίσιο της ευαλωτότητας, της ηλικίας, του φύλου, της απόστασης από τον αστικό ιστό, ενώ οι ανάγκες της δομής καθιστούν έντονη την αναμονή των ήδη εργαζομένων για νέο, εκπαιδευμένο και εξειδικευμένο προσωπικό, ώστε να υπάρχει ομαλή κατανομή αρμοδιοτήτων και αποτελεσματική ανταπόκριση στις ανάγκες των διαμενόντων ατόμων».
Η ίδια υπογράμμισε ότι «υπάρχει σοβαρή υποστελέχωση των υπηρεσιών που θα έπρεπε να παρέχονται» και «στο πλαίσιο των υπηρεσιών υγείας», καθώς «είναι χαρακτηριστική η δυσαναλογία υγειονομικού προσωπικού σε σχέση με τους διαμένοντες». Το εν λόγω ζήτημα είναι διαχρονικό, καθώς κατά την ΕΕΔΑ «το περιστατικό θανάτου ενός 45χρονου Κονγκολέζου που βρέθηκε νεκρός τον Ιανουάριο του 2023 λόγω ανεπαρκούς παροχής υγειονομικής περίθαλψης αφού ζήτησε ιατρική φροντίδα κατά τη διάρκεια της νύχτας, δεν διαφοροποίησε τη θέση των αρχών σχετικά με τις ελλείψεις του σχετικού προσωπικού».
Η ΕΕΔΑ εντόπισε αστοχίες και στο ζήτημα της ασφάλειας των φιλοξενούμενων ατόμων: «Υπάρχουν περιστατικά βίας με διάφορες μορφές αλλά όχι εκτεταμένα συμβάντα, χωρίς να αποκλείεται όπως αναφέρθηκε περιστατικά που δεν καταγράφονται. Κύριες μορφές βίας που παρατηρούνται με βάση τα στελέχη της δομής είναι η ενδοοικογενειακή βία και οι απόπειρες βιασμού εντός και εκτός της δομής. Παρόμοια περιστατικά αναφέρονται και σε εκθέσεις ΜΚΟ ενώ καταγράφηκε πρόσφατο περιστατικό δολοφονίας, απόπειρας βιασμού κ.ά. Αναφέρεται ότι έχουν μειωθεί οι εντάσεις και τα επεισόδια. Αναφέρθηκε και στο συγκεκριμένο σημείο ότι πολλά από αυτά τα προβλήματα θα λύνονταν με ευκολότερη μετακίνηση σε δραστηριότητες εκτός της δομής και στον αστικό ιστό. Στη δομή δεν λειτουργεί ασφαλής/φιλικός χώρος για γυναίκες (female-friendly safe space), το οποίο λειτουργούσε στο παρελθόν ως πρόγραμμα της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες. Η αναγκαιότητα των χώρων αυτών έχει υπογραμμιστεί και στο παρελθόν. Η Επιτροπή τονίζει την ανάγκη να υφίστανται οι απαραίτητες εγγυήσεις στο πλαίσιο της υποδοχής ώστε να υπάρχει η κατάλληλη προστασία των ατόμων με βάση την ευαλωτότητά τους και δη, μεταξύ άλλων, στα θύματα βασανιστηρίων, θύματα εμπορίας ανθρώπων, θύματα έμφυλης βίας κ.ά.».
«Η έλλειψη προσωπικού και διερμηνείας, η υποστελέχωση σε εξειδικευμένο προσωπικό και η υπερκόπωση του υπάρχοντος προσωπικού λόγω της έντασης και του περιεχομένου της εργασίας συμβάλλουν ώστε περιστατικά βίας να μην μπορούν να αναφερθούν, να εντοπιστούν και να παραπεμφθούν ώστε να προστατευτούν τα θύματα βίας. Ιδιαίτερα η βία κατά των γυναικών και τυχόν σκοτεινοί αριθμοί περιστατικών βίας είναι αναγκαίο να διερευνηθούν και να ενισχυθεί η προστασία και η άμεση ανταπόκριση των αρχών σε επίπεδο πρόληψης», ανέφερε η ΕΕΔΑ σχετικά με τη σύνδεση των ελλείψεων στη δομή της Ριτσώνας με την ανεπαρκή καταγραφή και αντιμετώπιση φαινομένων βίας.
«Έγινε κατανοητό κατά την επίσκεψη ότι δεν υπάρχει εξειδικευμένο προσωπικό να εντοπίσει τις ευαλωτότητες και να παραπέμψει αναλόγως εκτός από το ελάχιστο προσωπικό που προαναφέρθηκε. Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες των διαμενόντων δεν υπάρχει ποιοτική ανταπόκριση σε αυτές αλλά καλύπτονται επείγουσες ανάγκες με αποτέλεσμα ένα μεγάλο ποσοστό των ατόμων αυτών να μένουν χωρίς πραγματική, ουσιαστική και αποτελεσματική παροχή υπηρεσιών υγείας που οφείλουν να εξυπηρετούν οι δομές, όπως η δομή Ριτσώνας. Είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψη τα ως άνω δικαιώματα αυτά συνδέονται άμεσα με τον πυρήνα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, καθώς αποσκοπούν στην παροχή ενός ελάχιστου “αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης”, “το οποίο να διασφαλίζει τη συντήρησή τους και να προστατεύει τη σωματική και την ψυχική τους υγεία”», σημείωσε επίσης η έκθεση.
Και κατέληξε αναφορικά με τις ελλείψεις σε προγράμματα κοινωνικής ένταξης: «Η ΕΕΔΑ υπενθυμίζει τις ότι σύμφωνα με το νόμο όσοι αναγνωρίζονται δικαιούχοι διεθνούς προστασίας έχουν υποχρέωση εντός 30 ημερών από την επίδοση απόφασης να εγκαταλείψουν τη δομή. Ωστόσο δεν υπάρχουν προγράμματα ένταξης και γέφυρες με την αυτόνομη διαβίωση. Η ΕΕΔΑ παρακολουθεί στενά το ζήτημα και έχει επισημάνει τα κενά, ενώ έχει θέσει τις προτάσεις της για την κοινωνική ένταξη δικαιούχων διεθνούς προστασίας. H ΕΕΔΑ υπενθυμίζει ότι η ένταξη των δικαιούχων διεθνούς προστασίας θα πρέπει να ακολουθεί την αρχή της αναλογικής κατανομής τους στην επικράτεια ανάλογα με την φέρουσα ικανότητα της κάθε περιοχής (π.χ. πληθυσμός, είδος οικονομικών – εμπορικών – αγροτικών δραστηριοτήτων). Στο πλαίσιο αυτό, η ένταξη των αναγνωρισμένων δικαιούχων διεθνούς προστασίας πρέπει να πραγματοποιείται εντός του αστικού ιστού».
Με βάση τα ευρήματά της η ΕΕΔΑ προχώρησε σε μια σειρά από συστάσεις προς τις κρατικές αρχές. Μεταξύ άλλων η έκθεσή της εισηγήθηκε να επιλυθούν τα ζητήματα διασύνδεσης με τον αστικό ιστό και μετακίνησης των διαμενόντων στη δομή, να εξασφαλιστούν αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης και πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, να επισπευσθούν οι διαδικασίες στελέχωσης των δομών φιλοξενίας στην ενδοχώρα με μόνιμο προσωπικό όλων των ειδικοτήτων, να επαναλειτουργήσει o ασφαλής/φιλικός χώρος για γυναίκες στη δομή της Ριτσώνας, να επισκευαστούν οι υλικοτεχνικές υποδομές σε χώρους στέγασης, να συνδεθεί σε άμεσο χρόνο το πλαίσιο των δομών με την ένταξη και τα σχετικά προενταξιακά προγράμματα, να διασφαλιστεί η απαραίτητη διερμηνεία για κάθε διοικητική και δικαστική διαδικασία αιτούντων και αιτουσών άσυλο και να διασφαλιστεί η άμεση πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου, καθώς και η δίκαιη και αποτελεσματική εξέταση των αιτημάτων.
Οι διαπιστώσεις της ΕΕΔΑ από την αυτοψία της στη δομή της Ριτσώνας εγείρουν σοβαρό ζήτημα μη σεβασμού -εκ μέρους των ελληνικών αρχών- των διεθνών υποχρεώσεων της χώρας αναφορικά με την υποδοχή, την περίθαλψη και την αξιοπρεπή διαβίωση προσφυγισσών και προσφύγων.
Πιο συγκεκριμένα, η Σύμβαση του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων (Σύμβαση της Γενεύης), αναγνωρίζοντας το δικαίωμα στο άσυλο, κατοχυρώνει μία σειρά από δικαιώματα για τους πρόσφυγες και τις προσφύγισσες στη χώρα διαμονής και κατοικίας τους, όπως μεταξύ άλλων το δικαίωμα στην κινητή και ακίνητη περιουσία τους (άρθρο 13), το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι (άρθρο 15), το δικαίωμα προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου (άρθρο 16), το δικαίωμα στην εργασία (άρθρα 17-19), το δικαίωμα στην κοινωνική πρόνοια (άρθρο 20), τη στέγαση (άρθρο 21) και τη δημόσια εκπαίδευση (άρθρο 22), καθώς και την ελευθερία κίνησης (άρθρο 26). Ακόμη, η Σύμβαση της Γενεύης απαγορεύει την απέλαση ή την επαναπροώθηση προσφύγων (άρθρο 33).
Σε ένα Κράτος Δικαίου οι Αρχές οφείλουν να σέβονται τα δικαιώματα των προσφυγισσών και των προσφύγων κατά τη διαδικασία υποδοχής και περίθαλψής τους.
Ωστόσο, από την έκθεση της ΕΕΔΑ προκύπτουν στοιχεία και διαπιστώσεις για σοβαρές ελλείψεις και αστοχίες εκ μέρους των ελληνικών αρχών κατά την υποδοχή ατόμων που δικαιούνται διεθνούς προστασίας στη χώρα μας, παρότι τα δικαιώματά τους προστατεύονται από τη Σύμβαση του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων (Σύμβαση της Γενεύης).
Αριθμός Λογαριασμού: 1100 0232 0016 560
IBAN: GR56 0140 1100 1100 0232 0016 560
BIC: CRBAGRAA
![]()
Στον αγώνα μας για Λογοδοσία και Διαφάνεια, απέναντι σε οτιδήποτε υπονομεύει τις αρχές της Δημοκρατίας και του Κράτους Δικαίου.
Γιατί η Δημοκρατία δεν είναι αυτονόητη.
Είναι στο χέρι μας να μη στεκόμαστε απαθείς ή κυνικοί.
Δες πώς μπορείς να μας βοηθήσεις, εδώ!