ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΕ
Θοδωρής Χονδρόγιαννος
Η αναστολή της υποβολής αιτήσεων ασύλου ως παραβίαση του διεθνούς δικαίου
12 • 07 • 2025

Η απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης να νομοθετήσει τρίμηνη αναστολή υποβολής αιτήσεων ασύλου εγείρει, σύμφωνα με υψηλού κύρους εθνικούς και διεθνείς φορείς, μείζον ζήτημα παραβίασης των κανόνων του διεθνούς και του ενωσιακού Δικαίου που καθορίζουν τις υποχρεώσεις της Ελλάδας αναφορικά με την παροχή ασύλου και τη διεθνή προστασία προσφυγισσών και προσφύγων.

Στις 9 Ιουλίου 2025 η κυβέρνηση κατέθεσε και στις 11 Ιουλίου η Βουλή ψήφισε μια (άσχετη με το κύριο αντικείμενο του νόμου) τροπολογία, με την οποία προβλέφθηκε για διάστημα τριών μηνών αφενός η αναστολή υποβολής αιτήσεων ασύλου από άτομα που εισέρχονται στην Ελλάδα με πλωτό μέσο από τη βόρεια Αφρική, αφετέρου η επιστροφή των εν λόγω ατόμων χωρίς καταγραφή στη χώρα προέλευσης ή καταγωγής τους. Μετά την ψήφισή της, η τροπολογία εντάχθηκε στο άρθρο 79 του ν. 5218/2025 (ΦΕΚ Α’ 125/14.07.2025). 

Η ως άνω νομοθετική ρύθμιση εγείρει, σύμφωνα με υψηλού κύρους εθνικούς και διεθνείς φορείς, μείζον ζήτημα παραβίασης των κανόνων του διεθνούς και του ενωσιακού Δικαίου που καθορίζουν τις υποχρεώσεις της Ελλάδας αναφορικά με την παροχή ασύλου και τη διεθνή προστασία των προσφυγισσών και των προσφύγων στη χώρα μας.

Πιο αναλυτικά, στις 11 Ιουλίου η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ), το ανεξάρτητο συμβουλευτικό όργανο του ελληνικού κράτους σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εξέδωσε ανακοίνωση, στην οποία ανέφερε ότι «το δικαίωμα πρόσβασης στο άσυλο και η απαγόρευση επαναπροώθησης κατοχυρώνονται ρητά σε πλείστα διεθνή και ευρωπαϊκά συμβατικά κείμενα που δεσμεύουν τη Χώρα, ενώ δεν προβλέπονται ρήτρες παρέκκλισης από την εφαρμογή τους» (τα έντονα γράμματα ανήκουν στο πρωτότυπο).

Σε υπόμνημά του προς τον πρόεδρο της Βουλής Νικήτα Κακλαμάνη και τους υπουργούς Θάνο Πλεύρη (Μετανάστευσης), Μιχάλη Χρυσοχοΐδη (Προστασίας του Πολίτη) και Βασίλη Κικίλια (Ναυτιλίας), ο Συνήγορος του Πολίτη (Ανεξάρτητη Αρχή κατοχυρωμένη από το άρθρο 103 παρ. 9 του Συντάγματος) επεσήμανε για την αναστολή των αιτήσεων ασύλου ότι «η διαφύλαξη των κανόνων του διεθνούς δικαίου περί διεθνούς προστασίας αποτελεί sine qua non όρο (σ.σ.: εκ των ων ουκ άνευ, δηλαδή αναγκαίο όρο) για το κράτος δικαίου, η, δε, αρχή του non refoulement (σ.σ.: της μη επαναπροώθησης) συνιστά το όριο κάθε σχετικής με τα σύνορα νόμιμης διαδικασίας».

Ο Συνήγορος του Πολίτη σημείωσε ότι, εκτός από τη Σύμβαση της Γενεύης, τόσο ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ όσο και η οδηγία 2013/32 της ΕΕ για τις διαδικασίες χορήγησης ασύλου κατοχυρώνουν όχι μόνο την κατ’ ουσίαν διεθνή προστασία σε περίπτωση βάσιμων λόγων δίωξης, αλλά και το δικαίωμα πρόσβασης στη διαδικασία ασύλου. Μάλιστα, είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε εν προκειμένω ότι κατά την Ανεξάρτητη Αρχή το άρθρο 19 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ απαγορεύει τις ομαδικές απελάσεις (παρ. 1), καθώς και την απομάκρυνση, απέλαση ή έκδοση ατόμου σε κράτος όπου διατρέχει σοβαρό κίνδυνο ζωής, βασανιστηρίων ή άλλης απάνθρωπης ή εξευτελιστικής ποινής ή μεταχείρισης (παρ. 2).

Στη δική της ανακοίνωση, η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες εξέφρασε «σοβαρή ανησυχία» για την αναστολή των αιτήσεων χορήγησης ασύλου, καθώς «το δικαίωμα αναζήτησης ασύλου είναι ένα θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα, το οποίο κατοχυρώνεται στο διεθνές, ευρωπαϊκό και εθνικό δίκαιο και ισχύει για κάθε άτομο, ανεξάρτητα από το πώς ή από το πού έφτασε σε μια χώρα».

«Ακόμη και σε περιόδους μεταναστευτικής πίεσης, τα κράτη πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι άνθρωποι που αναζητούν άσυλο έχουν πρόσβαση στις διαδικασίες ασύλου. Το να επιστρέφονται άνθρωποι σε μέρη όπου μπορεί να αντιμετωπίζουν απειλές για τη ζωή ή την ελευθερία τους θα παραβίαζε την αρχή της μη επαναπροώθησης (non-refoulement)», εξήγησε τον συλλογισμό της η Ύπατη Αρμοστεία, προσθέτοντας: «Τα κράτη δεν μπορούν να παρεκκλίνουν από αυτή τη σημαντική αρχή του διεθνούς δικαίου. Ταυτόχρονα, το διεθνές δίκαιο επιτρέπει την επιστροφή όσων ατόμων απορρίφθηκε η αίτηση ασύλου τους μετά την εξέταση των υποθέσεών τους, κάτι που λειτουργεί ως πυλώνας για την εύρυθμη λειτουργία ενός συστήματος ασύλου». 

Ο Επίτροπος για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου του Συμβουλίου της Ευρώπης Μάικλ Ο’Φλάχερτι (Michael O’Flaherty) ζήτησε από την πλευρά του να μην ψηφιστεί η τροπολογία της ελληνικής κυβέρνησης (προτροπή που τελικά αγνοήθηκε) για την αναστολή των αιτήσεων ασύλου, καθώς «αυτή η πρόταση θα νομιμοποιούσε την επιστροφή ανθρώπων σε μέρη όπου διατρέχουν κίνδυνο βασανιστηρίων και άλλων σοβαρών παραβιάσεων, κατά παράβαση των υποχρεώσεων [που απορρέουν] από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951, καθώς και άλλες διεθνείς πράξεις, όπως το Διεθνές Σύμφωνο για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ».

«Η […] αναστολή πρόσβασης στην Υπηρεσία Ασύλου και η συνακόλουθη επιστροφή χωρίς καταγραφή στη χώρα προέλευσης ή καταγωγής παραβιάζει το θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα στο άσυλο, το οποίο κατοχυρώνεται στη Συνθήκη της Γενεύης και σε άλλα διεθνή και ευρωπαϊκά κείμενα, όπως το άρθρο 18 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ως εκπρόσωποι των εφαρμοστών του προσφυγικού δικαίου ζητάμε την απόσυρση της τροπολογίας», ανέφερε σε δική της παρέμβαση η Ένωση Διοικητικών Δικαστών. 

Στις 25 Αυγούστου 2025 το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών έκανε δεκτά τα αιτήματα τεσσάρων Σουδανών προσφύγων που στερήθηκαν του δικαιώματός τους στο άσυλο εξαιτίας της απόφασης της κυβέρνησης να αναστείλει τις αιτήσεις ασύλου. 

Οι τέσσερις Σουδανοί, κρατούμενοι στο ΠΡΟ.ΚΕ.Κ.Α. (Προαναχωρητικό Κέντρο Κράτησης Αλλοδαπών) Αμυγδαλέζας, κατέθεσαν αιτήσεις ακύρωσης και αιτήσεις αναστολής στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, με αίτημα προσωρινής διαταγής/αναστολής κατά των αποφάσεων επιστροφής τους, καθώς και κατά της άρνησης-παράλειψης της διοίκησης να καταγράψει τα αιτήματά τους για άσυλο κατ’ επίκληση της αναστολής ασύλου του άρθρου 79 του ν. 5218/2025.

Σύμφωνα με ενημέρωση του Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες (ΕΣΠ), το οποίο εκπροσώπησε νομικά τους τέσσερις προσφεύγοντες ενώπιον τόσο της ελληνικής Δικαιοσύνης όσο και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών έκανε δεκτά τα αιτήματά τους για χορήγηση προσωρινής διαταγής κατά των αποφάσεων επιστροφής τους και διέταξε την προσωρινή αναστολή της απομάκρυνσής τους από τη χώρα μέχρι την έκδοση αποφάσεων επί των εκκρεμών, ενώπιόν του, αιτήσεων αναστολής.

Μία μέρα πριν την παραπάνω απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, το ΕΔΔΑ είχε χορηγήσει ασφαλιστικά μέτρα για την ίδια υπόθεση, ζητώντας από την ελληνική κυβέρνηση να μην απομακρύνει τους τέσσερις Σουδανούς από την Ελλάδα.

«Οι θεμελιώδεις αρχές του δικαιώματος πρόσβασης στο άσυλο και της προστασίας από την επαναπροώθηση δεν επιδέχονται κανέναν περιορισμό», ανέφεραν σε ανακοίνωσή τους 72 οργανώσεις της Κοινωνίας των Πολιτών, καταδικάζοντας ως παράνομη την κυβερνητική αναστολή των αιτήσεων ασύλου. 

«[Οι εν λόγω αρχές] κατοχυρώνονται σε υπερνομοθετικής ισχύος κείμενα διεθνούς και ενωσιακού δικαίου που υπερισχύουν κάθε εθνικής διάταξης νόμου, όπως έχει ήδη επισημανθεί από έγκριτα θεσμικά όργανα στην Ελλάδα και διεθνώς, μεταξύ των οποίων ο Συνήγορος του Πολίτη, η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, η Ένωση Διοικητικών Δικαστών, η Ολομέλεια Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος, ο Επίτροπος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης και η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες», πρόσθεσαν οι οργανώσεις.

Για την τρίμηνη αναστολή της υποβολής αιτήσεων ασύλου, την οποία ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου (ΑΠΘ) και πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Ευάγγελος Βενιζέλος χαρακτήρισε «παρέκκλιση από την ΕΣΔΑ», η Συντονιστική Επιτροπή της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος εξέφρασε με τη σειρά της «σοβαρές επιφυλάξεις για τη συμβατότητα της συγκεκριμένης ρύθμισης με τις υπέρτερης τυπικής ισχύος διατάξεις του Διεθνούς και Ενωσιακού Δικαίου και ειδικότερα με τις διατάξεις της Διεθνούς Σύμβασης της Γενεύης 1951 για το καθεστώς των Προσφύγων, των άρθρων 4, 18 και 19 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, της Οδηγίας για τις διαδικασίες ασύλου (2013/32/ΕΕ), της Οδηγίας για την υποδοχή (2013/33/ΕΕ) και της Οδηγίας επιστροφών (2008/115/ΕΚ)».

Πού εντοπίζεται το ζήτημα με το Κράτος Δικαίου;

Σε ένα Κράτος Δικαίου οι Αρχές οφείλουν να απόσχουν από παράνομες επαναπροωθήσεις προσφύγων και μεταναστ(ρι)ών από την επικράτειά τους. Ως εκ τούτου, και στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου, η Ελλάδα πρέπει να εξασφαλίζει αποτελεσματικές διαδικασίες διεθνούς προστασίας, οι οποίες θα προστατεύουν τους αιτούντες και τις αιτούσες άσυλο από πόλεμο, ανελεύθερα και αντιδημοκρατικά καθεστώτα και άλλους κινδύνους που διατρέχουν στις χώρες προέλευσης. 

Όπως έχει σημειώσει και η Ύπατη Αρμοστεία, το ευρωπαϊκό δίκαιο επιτάσσει ότι τα μέτρα επιτήρησης των συνόρων πρέπει να εφαρμόζονται σε πλήρη συμμόρφωση με τα ανθρώπινα δικαιώματα και το προσφυγικό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένης της Σύμβασης του 1951, ενώ τα «κράτη πρέπει να τηρούν τις δεσμεύσεις τους και να σέβονται τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, όπως το δικαίωμα στη ζωή και το δικαίωμα στο άσυλο». 

Ωστόσο, στην εξεταζόμενη περίπτωση η νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης έθεσε σοβαρό ζήτημα παραβίασης πλείστων διεθνών και ενωσιακών νομικών κειμένων (της Σύμβασης της Γενεύης, του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, της ΕΣΔΑ και των οδηγιών 2013/32/ΕΕ, 2013/33/ΕΕ και 2008/115/ΕΚ), τα οποία κατοχυρώνουν την προστασία προσφυγισσών και προσφύγων στην Ελλάδα, καθώς και την πρόσβασή τους στη διαδικασία ασύλου.

Θοδωρής Χονδρόγιαννος
Περισσοτερα
Αν έχεις εντοπίσει παραβίαση του Κράτους Δικαίου, κάνε κι εσύ αναφορά!
ΕΠΩΝΥΜΗ ΑΝΑΦΟΡΑ ΜΕΣΩ ΦΟΡΜΑΣ ΣΤΟ GOVWATCH
ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΝΑΦΟΡΑ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΕΡΓΑΛΕΙΟΥ GLOBALEAKS
Υποστήριξε το έργο του govwatch
ΚΑΝΕ ΔΩΡΕΑ